Η Ρουθ πέρασε σαράντα ολόκληρα χρόνια πιστεύοντας πως ορισμένοι άνθρωποι ανήκουν απλώς στο παρελθόν. Αυτή η πεποίθηση έγινε καπνός την ημέρα των εξηκοστών γενεθλίων της, όταν δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Πίτερ, τον γιο του αγαπημένου της παιδικού φίλου, του Τζέφρεϊ. Δεκαετίες πριν, στα δεκαεπτά τους μόλις χρόνια, η Ρουθ και ο Τζέφρεϊ είχαν υφάνει έναν αδιάρρηκτο δεσμό, ενώ στα δεκαεννιά έδωσαν μια αμέριμνη υπόσχεση, ενώνοντας τα μικρά τους δάχτυλα: αν έφταναν στα εξήντα και ήταν ακόμα μόνοι, θα έσμιγαν επιτέλους.
Όταν όμως ο Τζέφρεϊ έφυγε για το πανεπιστήμιο, η αλληλογραφία τους άρχισε να φθίνει, μέχρι που το 1986 ένα συντριπτικό τελευταίο γράμμα έβαλε απότομο τέλος. Σε αυτό, της ανακοίνωνε τον γάμο του με μια γυναίκα ονόματι Μάργκαρετ και εκλιπαρούσε τη Ρουθ να μην επικοινωνήσει ποτέ ξανά μαζί του. Σεβόμενη την απόφασή του, η Ρουθ υποτάχθηκε στη μοίρα της και πέρασε τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες στο πατρικό της σπίτι. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, καθώς κανείς δεν μπόρεσε να συγκριθεί με το αγόρι που αγάπησε στα κρυφά.

Παρακινημένη από την εσπευσμένη έκκληση του Πίτερ, η Ρουθ έσπευσε στο νοσοκομείο, όπου συνάντησε έναν γερασμένο, ανήμπορο Τζέφρεϊ να την περιμένει δίπλα σε ένα γνώριμο ξύλινο κουτί. Το κουτί αυτό, που κάποτε ανήκε στον συγχωρεμένο τον πατέρα της, έκρυβε μέσα του κιτρινισμένα γράμματα χρόνων κι ένα λιτό διαμαντένιο δαχτυλίδι αρραβώνων, το οποίο ο Τζέφρεϊ είχε αγοράσει για εκείνη πριν φύγει για τις σπουδές του. Μια κρυμμένη επιστολή αποκάλυψε την αλήθεια: ο πατέρας της Ρουθ είχε παρέμβει, ζητώντας από τον Τζέφρεϊ να απομακρυνθεί ώστε η κόρη του να αφοσιωθεί ανεμπόδιστη στις σπουδές της.
Λυγίζοντας κάτω από το βάρος μιας λανθασμένης αίσθησης καθήκοντος, ο Τζέφρεϊ υπάκουσε στην επιθυμία του πατέρα της, παντρεύτηκε τελικά τη Μάργκαρετ και έφτιαξε τη ζωή του, χωρίς όμως να ξεχάσει στιγμή τον πρώτο του μεγάλο έρωτα. Με την αλήθεια πλέον ολογύμνη μπροστά τους, οι δύο εξηντάχρονοι ξαναβρήκαν ο ένας τον άλλον και εκπλήρωσαν την παλιά τους υπόσχεση, ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι του νοσοκομείου.

Σήμερα, ο Τζέφρεϊ έχει πάρει πλέον εξιτήριο και περνά τον χρόνο που του απομένει περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του. Στην ίδια εκείνη βεράντα όπου διάβαζαν μαζί στα νιάτα τους, έκανε στη Ρουθ επίσημη πρόταση γάμου. Καθώς της φορούσε στο δάχτυλο το δαχτυλίδι των σαράντα ετών, διαπίστωσε πως της ταίριαζε ακόμα γάντι. Παρότι έχασαν πάνω από τέσσερις δεκαετίες εξαιτίας σιωπηρών υποθέσεων και καλοπροαίρετων παρεμβάσεων, η Ρουθ και ο Τζέφρεϊ κατάλαβαν πως η ιστορία τους δεν είχε τελειώσει ποτέ· απλώς είχαν σταματήσει να τη γράφουν. Αγκαλιάζοντας το παρόν χωρίς ίχνος μεταμέλειας, η Ρουθ έμαθε πως η ζωή προσφέρει καμιά φορά μια δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη – αρκεί να έχει κανείς το θάρρος να της ανοίξει την πόρτα.