
Κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους στο σαλόνι, ο Ρος ζήτησε να μείνει προσωρινά σε κάποιο ελεύθερο υπνοδωμάτιο, εξηγώντας ότι είχε καταστραφεί οικονομικά και πως το μισθωτήριο του διαμερίσματός του έληγε σύντομα. Η Έλενα αρνήθηκε. Του εξήγησε ότι, μετά το διαζύγιό τους, το οποίο είχε οριστικοποιηθεί περισσότερο από έναν χρόνο νωρίτερα, το σπίτι είχε παραμείνει αποκλειστικά στην ιδιοκτησία της. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ την είχε συνοδεύσει στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των πασχαλινών διακοπών των παιδιών. Αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στο παλιό του σπίτι, ο Ρος εξασφάλισε προσωρινή στέγη στον καναπέ του Ντέιβιντ, ενός φίλου του εδώ και πολλά χρόνια. Εκεί άφησε τη βαλίτσα του, έχοντας στην τσέπη του μόλις έντεκα δολάρια σε μετρητά.
Τις επόμενες εβδομάδες, ο Ρος άρχισε να στέλνει αιτήσεις για δουλειά, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να οργανώσει ένα σταθερό πρόγραμμα επισκέψεων με τα παιδιά του. Στη σχολική συναυλία της μικρότερης κόρης του, της Χόλι, συνάντησε τον Ντάνιελ, τη στιγμή που η μικρή τού έδειχνε μια ζωγραφιά με λουλούδια που είχε φτιάξει για την εκδήλωση. Μετά από μια μικρή ένταση στον χώρο του σχολείου, ο Ρος κανόνισε να συναντήσει τον Ντάνιελ σε ένα κοντινό καφέ, προκειμένου να του ζητήσει συγγνώμη για την αντίδρασή του και να μάθει περισσότερα για τον ρόλο που είχε πλέον εκείνος στην καθημερινότητα του σπιτιού.
Στη συνέχεια, η Έλενα και ο Ρος κάθισαν μαζί στο τραπέζι της κουζίνας για να καθορίσουν ένα επίσημο πρόγραμμα επισκέψεων. Χρησιμοποίησαν ένα χάρτινο ημερολόγιο, σημειώνοντας συγκεκριμένα Σαββατοκύριακα κατά τα οποία τα παιδιά θα έμεναν με τον πατέρα τους. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η Έλενα ξεκαθάρισε ότι το ταξίδι της στο Παρίσι είχε πληρωθεί από τις δικές της οικονομίες, ενώ ο Ντάνιελ είχε καλύψει εξ ολοκλήρου τα δικά του έξοδα. Είχε αρχίσει να αποταμιεύει χρήματα για αυτόν τον σκοπό εδώ και χρόνια, αμέσως μετά την οριστική έκδοση του διαζυγίου τους.

Μερικούς μήνες αργότερα, ο Ρος κατάφερε να βρει μια σταθερή δουλειά, αν και με χαμηλότερες αποδοχές. Το εισόδημά του τού επέτρεψε να αρχίσει να εξοφλεί τα χρέη που είχαν συσσωρευτεί και να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα, επιπλωμένο με ένα λιτό τραπέζι φαγητού και μερικές καρέκλες. Τα παιδιά του άρχισαν να τον επισκέπτονται εκεί τα Σαββατοκύριακα για να τρώνε όλοι μαζί. Στην κουζίνα, χρησιμοποιούσαν ένα τηγάνι για να φτιάχνουν τηγανίτες, ενώ συνέχιζαν να ακολουθούν το πρόγραμμα επισκέψεων που είχαν συμφωνήσει από κοινού.