Ο Φιοντόρ εκείνο το πρωινό είχε βάλει πείσμα να καθαρίσει τα ξερά κλαδιά που είχε ρίξει η καταιγίδα πάνω στη στέγη. Αγνόησε, όπως πάντα, τις προειδοποιήσεις της γυναίκας του, της Ζιναΐντα, που του έλεγε: «Περίμενε μέχρι το Σαββατοκύριακο, να ζητήσουμε μια καλή σκάλα από τον γείτονα». Αντί γι’ αυτό, ακούμπησε την παλιά, ραγισμένη και ασταθή ξύλινη σκάλα στο λασπωμένο έδαφος. Θεωρώντας τη βοήθεια αδυναμία, άρχισε να ανεβαίνει γκρινιάζοντας τα σκαλιά, με μοναδικό σκοπό να σταματήσει εκείνο το ενοχλητικό τρίξιμο από τη σκεπή.

Το άλογο του σπιτιού, ο ιδιότροπος αλλά πανέξυπνος Μπουγιάν, παρακολουθούσε σιωπηλά. Είχε μια παράξενη συνήθεια: κάθε φορά που έβλεπε κάποιον να υψώνεται από το έδαφος, ανησυχούσε και άρχιζε να τριγυρίζει νευρικά. Καθώς ο Φιοντόρ τεντωνόταν για να φτάσει τα κλαδιά, ο Μπουγιάν πλησίασε και τον σκούντηξε με τη μουσούδα του στο πόδι. «Άντε φύγε από μπροστά μου, χαζό ζώο!» φώναξε ο ηλικιωμένος και προσπάθησε να τον διώξει. Τότε, σαν έσχατη λύση, ο Μπουγιάν άρπαξε με τα δόντια του το μπατζάκι του και τράβηξε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω.
Η Ζιναΐντα, καθισμένη στο σκαμνάκι της στην αυλή, παρακολουθούσε γελώντας με την απελπιστική εικόνα του άντρα της που κρεμόταν από τη σκάλα. Ο Φιοντόρ πάλευε να ελευθερωθεί, φωνάζοντας «Μη γελάς, βοήθα με!», ενώ οι γείτονες είχαν ήδη μαζευτεί πίσω από τον φράχτη για να απολαύσουν το θέαμα. Ο Μπουγιάν, σαν να είχε ορκιστεί να τον προστατεύσει από κάποιο μεγάλο κακό, είχε καρφώσει τα πόδια του στο έδαφος και συνέχιζε να τραβάει.

Και τότε, τη στιγμή που ο Φιοντόρ, εξοργισμένος, άρχισε να κατεβαίνει, ο καταγάλανος ουρανός σχίστηκε από μια εκτυφλωτική λάμψη. Ένας τεράστιος κεραυνός έπεσε ξαφνικά ακριβώς στο σημείο της στέγης όπου πριν λίγα δευτερόλεπτα βρίσκονταν τα χέρια του. Ένας δυνατός κρότος αντήχησε, σπίθες πετάχτηκαν παντού και μια έντονη μυρωδιά καμένου γέμισε τον αέρα. Τα γέλια κόπηκαν απότομα, δίνοντας τη θέση τους σε μια παγωμένη σιωπή.

Τρομοκρατημένος, ο Φιοντόρ κοίταξε με χλωμό πρόσωπο πρώτα τη μισοκατεστραμμένη στέγη και ύστερα το άλογό του, που ακόμα ρουθούνιζε έντονα. Ο Μπουγιάν τον κοιτούσε βαθιά στα μάτια, σαν να είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο από την αρχή. Εκείνο το βράδυ, ο Φιοντόρ έσπασε τη σαθρή σκάλα και την πέταξε. Είχε πλέον μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι, μερικές φορές, το ένστικτο ενός ζώου μπορεί να σώσει ζωές περισσότερο από την πεισματάρα ανθρώπινη λογική.