Ο πατέρας πάντρεψε την τυφλή του κόρη με έναν φτωχό άντρα χωρίς καν να σκεφτεί τις συνέπειες. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια άφησε όλους άφωνους.

Η Άννα γεννήθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Ένας κόσμος γεμάτος χρώματα, πρόσωπα και ορίζοντες — για εκείνη, πάντα έμενε πίσω από μια κλειστή πόρτα.
Η τύφλωση ήταν η μοίρα της από την πρώτη της ανάσα· και η ντροπή του πατέρα της, ενός υπερήφανου γαιοκτήμονα που θεωρούσε κάθε αδυναμία προσωπική ήττα.

Ποτέ δεν την κοίταξε με τρυφερότητα. Για εκείνον, ήταν υπενθύμιση της ατέλειας, ένα στίγμα πάνω στην οικογενειακή τιμή.
Κι όταν η Άννα έκλεισε τα δεκαοχτώ, εκείνος, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη της, ανακοίνωσε ψυχρά:

— Θα παντρευτείς τον Λούκας, έναν χωρικό από το κάτω χωριό.

Ούτε έρωτας, ούτε επιλογή — μόνο μια καταδίκη, προφερμένη μπροστά στους σιωπηλούς υπηρέτες.

Η είδηση τάραξε όλους. Γιατί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας να δώσει την κόρη του — έστω και τυφλή — σε έναν φτωχό χωρίς όνομα και περιουσία;
Κάποιοι ψιθύριζαν πως ήθελε απλώς να απαλλαγεί από το «βάρος», άλλοι πως ήταν μια σκληρή τιμωρία για την τύφλωσή της.
Η Άννα απλώς έσκυψε το κεφάλι. Η υπακοή ήταν το μόνο που είχε μάθει.

Το σπίτι του Λούκας ήταν μικρό, έτριζε στον άνεμο, μα είχε μια θαλπωρή που δεν περιγράφεται.
Μύριζε ψωμί, φρέσκο σανό και καλοσύνη.

Ο Λούκας μιλούσε λίγο, αλλά κάθε του κίνηση ανέδιδε υπομονή. Δεν της φερόταν σαν σε άρρωστη — της μιλούσε, της περιέγραφε τα χρώματα του δειλινού, τις γραμμές των σύννεφων, τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι.

— Κοίτα, της έλεγε, ο ήλιος σήμερα λιώνει μέσα στο ποτάμι. Το νερό έγινε χρυσάφι.

Κι αν και η Άννα δεν έβλεπε το φως, άρχισε να το νιώθει μέσα από τα λόγια του.

Τα βράδια της διάβαζε βιβλία με μια φωνή ήρεμη, γεμάτη ζωή.
Κάποιες φορές ένιωθε να χαμογελά χωρίς να βλέπει το χαμόγελό του.
Έτσι, η ευγνωμοσύνη έγινε αγάπη — γλυκιά και ήσυχη, σαν ανάσα άνοιξης.

Πέρασε ένας χρόνος.
Κάποια μέρα έφτασε στο χωριό ένας γιατρός από την πρωτεύουσα — άνθρωπος που έλεγαν πως έκανε θαύματα. Έδινε πίσω το φως σε όσους είχαν ζήσει μια ζωή μέσα στο σκοτάδι.
Ο Λούκας άκουγε με κομμένη την ανάσα.
Κι χωρίς να πει τίποτα στη γυναίκα του, πούλησε ό,τι είχε: το άλογο, τα εργαλεία του, ακόμη και ένα κομμάτι γης, για να πληρώσει την εγχείρηση.
Δούλευε νύχτες, ώσπου τα χέρια του ράγιζαν από το κρύο, κι ύστερα της μίλησε για το όνειρό του — να της χαρίσει το φως.

Η Άννα έκλαιγε, τον ικέτευε να μην το κάνει. Μα εκείνος απάντησε μόνο:

— Το φως σου ανήκει, Άννα. Εγώ απλώς του δείχνω τον δρόμο.

Η εγχείρηση έγινε μέσα σε σιωπή, όπου κάθε ήχος κρατούσε αιώνες.
Οι εβδομάδες ανάρρωσης ήταν οδυνηρές. Η Άννα ζούσε ανάμεσα στην ελπίδα και τον φόβο — όχι για το σκοτάδι, αλλά για την πιθανότητα να το χάσει.

Και τότε, ένα πρωινό, μια αχτίδα πέρασε από το παράθυρο. Ο Λούκας, που καθόταν στο πλευρό της, ένιωσε τη δόνησή της.
Η Άννα άνοιξε δειλά τα βλέφαρα. Ο κόσμος εισέβαλε μέσα της — εκτυφλωτικός, τεράστιος, ζωντανός.
Κι ανάμεσα σε όλο αυτό το φως είδε το πρόσωπο του Λούκας — απλό, κουρασμένο, μα φωτισμένο από μια καλοσύνη που ποτέ δεν είχε γνωρίσει.

— Έτσι είσαι, ψιθύρισε με δάκρυα, εσύ είσαι το φως μου.

Όταν το έμαθε το χωριό, κανείς δεν πίστευε: ο φτωχός χωρικός είχε φέρει πίσω το φως στην κόρη του πλούσιου.
Κι ο πατέρας, ακούγοντας για το θαύμα, στάθηκε μπροστά στο παράθυρο, σφίγγοντας τις γροθιές του.
Κατάλαβε τότε πως, προσπαθώντας να ξεφορτωθεί την ντροπή του, είχε χάσει την τιμή του.

Δεν την είχε παντρέψει με έναν φτωχό — αλλά με έναν άνθρωπο σπάνιας, αληθινής ευγένειας.

Από τότε, η Άννα δεν φοβόταν πια τον κόσμο.
Περπατούσε στα χωράφια, στα μονοπάτια που κάποτε άγγιζε μόνο με τα δάχτυλά της — τώρα έβλεπε κάθε φύλλο, κάθε ακτίνα, κάθε βλέμμα του Λούκας.

Γνώρισε το φως, την αγάπη και την αλήθεια — όχι με τα μάτια, αλλά με την ψυχή.
Και κοιτάζοντάς τον, ήξερε:
η τύφλωση δεν τελείωσε τη μέρα που είδε,
αλλά εκείνη τη μέρα που έμαθε να βλέπει με την καρδιά.

Like this post? Please share to your friends: