
Η Λόρα συναντήθηκε με τη δασκάλα χορού της Όντρεϊ, την κυρία Άλβαρεζ, και ανακάλυψε πως η κόρη της δεν είχε παρακολουθήσει ούτε ένα μάθημα τις τελευταίες δύο εβδομάδες, παρόλο που εξακολουθούσε να φτάνει κανονικά στο κτίριο. Όταν η Λόρα αντιμετώπισε την Όντρεϊ στο φουαγιέ, έμαθε ότι ο Ντέρεκ τής είχε πει ψέματα, ισχυριζόμενος πως η ίδια και ο Σκοτ θεωρούσαν ότι της έλειπε το ταλέντο και ήθελαν να εγκαταλείψει το μπαλέτο. Με αυτόν τον τρόπο, την είχε πείσει να περνά τις ώρες των μαθημάτων καθισμένη στην είσοδο, αντί να συμμετέχει στην εκπαίδευσή της. Επιπλέον, ο Ντέρεκ είχε ισχυριστεί ότι η μητέρα της την κακολογούσε πίσω από την πλάτη της, προκειμένου να την αποτρέψει από το να επιστρέψει στο σπίτι και να ρωτήσει για το πρόγραμμα.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, η Λόρα και ο Σκοτ ήρθαν αντιμέτωποι με τον Ντέρεκ, παρουσιάζοντάς του στιγμιότυπα οθόνης από τα μηνύματα που είχε στείλει στην Όντρεϊ. Σε αυτά, της έδινε σαφείς οδηγίες να μην πάρει μέρος στην ακρόαση και να μην ζητήσει την άδεια των γονιών της. Ο Ντέρεκ τελικά παραδέχτηκε ότι είχε επινοήσει ολόκληρη την ιστορία από πικρία, επειδή η δική του κόρη, η Μία, δεν είχε γίνει δεκτή στο ίδιο προχωρημένο πρόγραμμα μπαλέτου. Ο Σκοτ διέκοψε αμέσως κάθε επαφή μαζί του και του απαγόρευσε να ξαναπατήσει το πόδι του στο σπίτι τους.

Με την υποστήριξη της κυρίας Άλβαρεζ, η Όντρεϊ κανόνισε επιπλέον μαθήματα και πρόβες, ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για την ακρόαση της ανοιξιάτικης παράστασης. Ο Σκοτ αναπροσάρμοσε το εργασιακό του πρόγραμμα για να αναλάβει ο ίδιος τη μεταφορά της, ενώ η Λόρα τη βοηθούσε στις ασκήσεις της στο σπίτι, στην κουζίνα τους.
Η Όντρεϊ πέρασε με επιτυχία την ακρόαση, εξασφάλισε έναν ρόλο στην ανοιξιάτικη παράσταση και, τελικά, βρέθηκε πάνω στη σκηνή του αμφιθεάτρου, κάτω από τα φώτα των προβολέων, με την οικογένειά της να την παρακολουθεί συγκινημένη από το κοινό.