Σαράντα πέμπτος όροφος.
Τα φώτα της πόλης κάτω έμοιαζαν με λιωμένο χρυσάφι που απλωνόταν στους δρόμους. Η ζωή έβραζε κάπου μακριά, ενώ εδώ, στο γραφείο από σκούρο ξύλο και παγωμένο μέταλλο, βασίλευε η σιωπή.
Η σιωπή της εξουσίας.
Η σιωπή που βαραίνει το στήθος.
Ο Αλέξανδρος στεκόταν στο παράθυρο, με τα χέρια στις τσέπες. Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν ο ουρανός, οι ταράτσες των ουρανοξυστών και είκοσι χρόνια κόπου — σκληρού, επίπονου, αδυσώπητου.
Είχε πετύχει τα πάντα: εκατομμύρια, πρωτοκλασάτη επιχείρηση, ρετιρέ με θέα την πρωτεύουσα, κύρος.
Και μια αρραβωνιαστικιά, τη Σοφία — άψογη, λαμπερή, παγωμένη.
Η σχέση τους; Μια σκηνοθετημένη παράσταση.
Φωτογραφίες, δεξιώσεις, επίφαση λάμψης — και από κάτω κενό.
Κι έπειτα χτύπησε ένα τηλέφωνο που δεν χτυπούσε ποτέ.
Ένα προσωπικό σήμα — γνωστό μόνο σε τρία πρόσωπα στη ζωή του.
Στην οθόνη: Μαρκ Λεγκράν.
Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε.
— Άλεξ! Είμαι ο Μαρκ! — ακούστηκε η ζεστή φωνή. — Κανονίζουμε συνάντηση αποφοίτων. Είκοσι χρόνια! Θα έρθεις;
Κάτι ράγισε μέσα του — μια ξεχασμένη λαχτάρα. Μνήμη των ανθρώπων που τον γνώριζαν πραγματικά.
Κι εκείνης… της Ελίζας. Ήσυχη, έξυπνη, χωλή. Η κοινή τους αγάπη.
Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν πια.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, για πρώτη φορά μετά από μήνες ένιωσε κάτι αληθινό:
Επιθυμία να γυρίσει εκεί όπου κάποτε ζούσε, όχι απλώς υπήρχε.
Αποφάσισε να πάρει μαζί του τη Σοφία — για το θεαθήναι.
Αλλά η πραγματικότητα πάντα γκρεμίζει τα σκηνικά.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού… και είδε αντρικά αθλητικά παπούτσια. Φτηνά.
Το γέλιο από την κρεβατοκάμαρα αφαίρεσε κάθε αμφιβολία.

Η Σοφία στο κρεβάτι με έναν νεαρό.
Φτηνές δικαιολογίες.
Τρόμος στα μάτια του αγοριού.
Ο Αλέξανδρος γέλασε — κουρασμένα, σβηστά.
— Σε ανάγκασε; Σου απείλησε ότι δε θα σου κάνει like;
Δεν υπήρξε σκάνδαλο.
Μόνο ένα τέλος — κοφτό, ψυχρό.
Έφυγε χωρίς φωνές.
Έκλεισε την κάρτα της και μπήκε στο αυτοκίνητο.
Στο πρώτο εστιατόριο που βρήκε, το «Imperial», πήρε διπλό ουίσκι.
Πιο μετά, μεθυσμένος, μπήκε σε διάδρομο προσωπικού.
Και τότε το είδε.
Δυο σερβιτόροι κορόιδευαν μια γυναίκα με στολή καθαρίστριας.
Χωλή.
Σκυμμένη.
Οι προσβολές τους σκληρές, μικρές, σιχαμένες.
Κάτι ξύπνησε μέσα του.
— Κλείστε το στόμα σας, — είπε. — Ή αύριο θα καθαρίζετε εσείς το πάτωμα του σταθμού.
Στράφηκε προς τη γυναίκα.
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι.
Και ο χρόνος σταμάτησε.
Τα γκρίζα μάτια.
Η κούραση.
Η γνωστή ψυχή.
— Ελίζα;
Την οδήγησε στο τραπέζι του.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια κάθονταν αντικριστά.
Εξομολογήθηκε.
Η ζωή της είχε σπάσει: σπουδές, ταλέντο, όνειρα — όλα γκρεμισμένα από μια αναπηρία που ο κόσμος δεν συγχωρούσε.
Άνθρωποι που την ταπείνωσαν.
Ένας άνδρας που την εξευτέλισε δημοσίως.
Η καριέρα της διαλύθηκε.
Έγινε καθαρίστρια — για να είναι αόρατη.
— Γιατί δεν έκανες επέμβαση;
— Γερμανία… πανάκριβα. Δεν έχω τέτοια χρήματα.
Ο Αλέξανδρος κατάλαβε:
Ο κόσμος τσάκισε την Ελίζα — τον ίδιο κόσμο που κι εκείνος υπηρετούσε.
Και πήρε απόφαση.
— Έλα μαζί μου.
— Πού;
— Στο σπίτι μου.

Και εκεί, στην πολυτέλεια που της φάνηκε ξένη, της είπε:
— Ελίζα… παντρέψου με.
— Είσαι μεθυσμένος, Άλεξ…
— Θέλω να σωθούμε. Εσύ θα κάνεις την επέμβαση. Θα έχεις μια νέα ζωή. Εγώ θα έχω δίπλα μου τον μοναδικό άνθρωπο που εμπιστεύομαι. Χωρίς πίεση. Θα είμαστε φίλοι. Θα αρχίσουμε από την αρχή.
Έκλαψε.
Και δέχτηκε.
Έναν μήνα μετά — συνάντηση αποφοίτων.
Ο Αλέξανδρος πλήρωσε τα πάντα.
Όταν μπήκε τελευταίος, κρατώντας την Ελίζα από το χέρι —
η αίθουσα πάγωσε.
Η Ελίζα — με σμαραγδί φόρεμα, το κεφάλι ψηλά, η χωλότητα σχεδόν αόρατη μετά την πρώτη φάση θεραπείας.
Τα μάτια της — φωτεινά.
— Ελίζα?! — φώναξε ο Μαρκ. — Άλεξ, την έκρυβες τόσα χρόνια;
Γέλια. Θαυμασμός.
Και μια περηφάνια που εκείνη δεν περίμενε ποτέ να νιώσει ξανά.
Το βράδυ, στην επιστροφή, δίπλα στο τεράστιο παράθυρο της πόλης, η Ελίζα είπε:
— Άλεξ… θα γίνουμε γονείς.
Η συμφωνία τους άρχισε ως ανταλλαγή.
Μα εξελίχθηκε σε θαύμα.