
Η φωτογραφία έδειχνε την Άσλεϊ μαζί με ένα μικρό κορίτσι, ενώ το γράμμα που τη συνόδευε αποκάλυπτε ότι η Άσλεϊ και ο Αντόνιο είχαν ολοκληρώσει, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τις νόμιμες διαδικασίες υιοθεσίας της εξάχρονης Χέιντεν. Ο πατέρας, που δεν είχε ιδέα για την υιοθεσία μέχρι να διαβάσει το γράμμα στη δεξίωση μετά την κηδεία, έμαθε πως η Άσλεϊ σχεδίαζε να του συστήσει τη Χέιντεν κατά τη διάρκεια των εορτασμών του γάμου της.
Μετά την εξόδιο ακολουθία, ο πατέρας επικοινώνησε με τον Αντόνιο και τη Χέιντεν και ανέλαβε να βοηθά τακτικά στη φροντίδα της μικρής, πηγαίνοντάς την στο σχολείο, ετοιμάζοντάς της γεύματα και μαθαίνοντάς της να κάνει ποδήλατο. Μέσα από αυτές τις καθημερινές στιγμές, ο πατέρας ενσωμάτωσε σταδιακά τη Χέιντεν στη ζωή και στις συνήθειες του σπιτιού του, μέσα σε διάστημα οκτώ μηνών.
Μερικούς μήνες μετά την κηδεία, την ημέρα της Γιορτής του Πατέρα, η Χέιντεν τού χάρισε μια γραβάτα από πράσινο χαρτόνι, διακοσμημένη με κίτρινα χάρτινα αστέρια. Συγκινημένος, ο πατέρας τοποθέτησε την αρχική χάρτινη γραβάτα της Άσλεϊ, το χειρόγραφο γράμμα και τη φωτογραφία μέσα σε μια ξύλινη προθήκη στο σπίτι του.

Τα χάρτινα ενθύμια και οι φωτογραφίες, τοποθετημένα μέσα σε κορνίζα, αναρτήθηκαν μόνιμα στον τοίχο, δίπλα στο πορτρέτο της Άσλεϊ από την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο. Έγιναν πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια μέσα στο σπίτι, ενώ η οικογένεια συνέχισε σιγά σιγά την καθημερινή της ζωή.