Κάθε μέρα, στα σύνορα εμφανιζόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με το παλιό της ποδήλατο, κουβαλώντας στο καλάθι του ένα σακί με άμμο. Οι συνοριοφύλακες δεν μπορούσαν με τίποτα να καταλάβουν γιατί χρειαζόταν τόσο πολύ άμμο—μέχρι που μια μέρα ανακάλυψαν ένα απρόσμενο μυστικό.

Κάθε μέρα, μόλις άνοιγε η πύλη των συνόρων, εμφανιζόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα πάνω σε ένα παλιό ποδήλατο. Τα τριξίματα των πεταλιών και το βαρύ σακί με άμμο, δεμένο σφιχτά στο μπροστινό καλάθι, συνόδευαν πάντα την ίδια διαδρομή. Στην αρχή οι συνοριοφύλακες την αγνοούσαν, όμως αυτή η παράξενη συνήθεια δεν άργησε να τους κινήσει την περιέργεια· γιατί μια ηλικιωμένη να κουβαλά κάθε μέρα ένα σακί άμμο;

Για να λύσουν τις υποψίες τους, άνοιξαν το σακί ξανά και ξανά. Άδειασαν την άμμο, την κοσκίνισαν και έψαξαν για κρυφές θήκες, αλλά κάθε φορά έβρισκαν μόνο απλή, γκρίζα άμμο. Όταν η υπόθεση πήρε πιο σοβαρή τροπή, έστειλαν δείγματα στο εργαστήριο· το αποτέλεσμα παρέμεινε το ίδιο: ούτε απαγορευμένες ουσίες, ούτε πολύτιμα μέταλλα, ούτε ίχνος λαθρεμπορίου. Η γυναίκα περίμενε υπομονετικά κάθε έλεγχο και, όταν τη ρωτούσαν, απαντούσε απλώς: «Μου χρειάζεται, παιδί μου», σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους.

Πέρασαν τα χρόνια· οι νεαροί φρουροί βγήκαν στη σύνταξη, όμως η γυναίκα συνέχιζε να περνά τα σύνορα με το σακί της. Είχε γίνει πια μέρος του τοπίου· όλοι την είχαν συνηθίσει και οι έλεγχοι είχαν μετατραπεί σε ρουτίνα. Ώσπου μια μέρα σταμάτησε να εμφανίζεται. Ούτε για μια εβδομάδα ούτε για έναν μήνα δεν υπήρχε κανένα νέο της. Η ζωή στα σύνορα συνέχισε τον ρυθμό της και η μυστηριώδης γυναίκα άρχισε σιγά-σιγά να ξεχνιέται.

Χρόνια αργότερα, ένας από τους φρουρούς που είχε συνταξιοδοτηθεί περπατούσε σε μια μικρή πόλη, όταν είδε μια γνώριμη φιγούρα. Πολύ πιο γερασμένη και σκυφτή, η γυναίκα έσερνε ακόμη δίπλα της εκείνο το παλιό ποδήλατο. Ο άντρας την πλησίασε, συστήθηκε και της έκανε την ερώτηση που τον βασάνιζε τόσα χρόνια: «Θεία, τώρα είμαι στη σύνταξη και δεν θα το πω σε κανέναν. Τι λαθρεμπόριο κουβαλούσες σε εκείνα τα σακιά; Τα ελέγξαμε όλα, μα ποτέ δεν βρήκαμε τίποτα».

Η ηλικιωμένη χαμογέλασε απαλά και άγγιξε το σκουριασμένο τιμόνι. «Τα ελέγξατε όλα, παιδί μου, εκτός από το πιο σημαντικό», είπε ήρεμα. Ο άντρας απόρησε: «Και τι ήταν αυτό;» Εκείνη απάντησε: «Τα ποδήλατα. Κάθε μέρα περνούσα λαθραία ένα καινούργιο ποδήλατο». Ο παλιός φρουρός έμεινε άναυδος και ύστερα ξέσπασε σε γέλια· μερικές φορές το μυστικό μένει αόρατο ακριβώς επειδή βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.

Like this post? Please share to your friends: