
Το επόμενο πρωί, η Σάντι αποφάσισε να ακολουθήσει διακριτικά το αυτοκίνητο του Έλιαμ. Σύντομα διαπίστωσε ότι, αντί να συνεχίσει τη γνωστή διαδρομή προς το γραφείο του, εκείνος έστριψε σε διαφορετικό δρόμο και σταμάτησε μπροστά σε ένα χαμηλό κτίριο από τούβλα. Μια πινακίδα στην είσοδο έδειχνε ότι εκεί στεγαζόταν ένα κέντρο εκπαίδευσης ενηλίκων. Ο Έλιαμ βγήκε από το αυτοκίνητο κρατώντας την τσάντα του φορητού υπολογιστή του και συνάντησε τον Φρανκ, έναν παλιό τους γείτονα. Ο Φρανκ κρατούσε ένα έντονα πράσινο κουτί φαγητού, διακοσμημένο με πολύχρωμους δεινόσαυρους από κινούμενα σχέδια.
Στον εξωτερικό χώρο του εκπαιδευτικού κέντρου, ο Φρανκ και ο Έλιαμ κάθισαν μαζί σε ένα τραπέζι. Μπροστά τους υπήρχαν τυπωμένες κάρτες μέσα σε έναν φάκελο εγγράφων και ένας ανοιχτός φορητός υπολογιστής. Το ίδιο βράδυ, όταν επέστρεψαν στο σπίτι, η Σάντι τοποθέτησε το πλαστικό κουτί με τα χάπια ακριβώς στη μέση του τραπεζιού της κουζίνας και ζήτησε εξηγήσεις για τις καθημερινές μετακινήσεις του και τις επισκέψεις του στο εκπαιδευτικό κέντρο. Τότε ο Έλιαμ τής εξήγησε ότι ο Φρανκ χρειαζόταν βοήθεια για να διαβάζει ηλεκτρονικές φόρμες, αλλά και μια χάρτινη ευχετήρια κάρτα γενεθλίων που του είχε στείλει ο εγγονός του.
Για να μπορέσει ο Φρανκ να παρακολουθήσει την πρώτη εβδομάδα ενός προγράμματος εκμάθησης ανάγνωσης και γραφής για ενήλικες, ο Έλιαμ είχε πάρει επίσημα άδεια από την εργασία του. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να φορά τα συνηθισμένα επαγγελματικά του ρούχα, με γραβάτα και δερμάτινη τσάντα για τον φορητό υπολογιστή, και να φεύγει κάθε πρωί με το αυτοκίνητο την ίδια ώρα, σαν να πήγαινε κανονικά στο γραφείο. Την επόμενη ημέρα, η Σάντι επισκέφθηκε και η ίδια το εκπαιδευτικό κέντρο. Εκεί είδε τον Φρανκ να κρατά τη χάρτινη κάρτα με τους δεινόσαυρους και να διαβάζει δυνατά, μία προς μία, τις χειρόγραφες λέξεις που υπήρχαν στο εσωτερικό της.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο Έλιαμ έστειλε στη Σάντι μια ψηφιακή φωτογραφία από το κινητό του. Στην εικόνα φαινόταν ο Φρανκ καθισμένος σε ένα τραπέζι του εκπαιδευτικού κέντρου, με το πράσινο κουτί φαγητού με τους δεινόσαυρους δίπλα του. Ο εγγονός του έγραφε κάτι πάνω σε μια στενή λωρίδα χαρτιού, ενώ ο Έλιαμ καθόταν σε μια διπλανή καρέκλα και παρακολουθούσε. Η Σάντι κοίταξε προσεκτικά τη φωτογραφία στην οθόνη του κινητού της, ύστερα ακούμπησε τη συσκευή ανάποδα στον πάγκο της κουζίνας και συνέχισε τις καθημερινές της ασχολίες, έχοντας πλέον μάθει τι πραγματικά κρυβόταν πίσω από τις μυστηριώδεις πρωινές αναχωρήσεις του συζύγου της.